Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ

Το άκουγε που χτυπούσε. Πολλή ώρα. Ηχούσε παράξενα, με μια απόκοσμη μελωδία, που δεν είχε κανένα άλλο τηλέφωνο, ούτε το δικό του, ούτε κάποιου γνωστού του. Γι’ αυτό ίσως δυσκολεύτηκε να ξυπνήσει. Δεν ένιωσε πως τον αφορούσε ο ήχος του. Κι όμως, κάτι του έλεγε πως κάνει λάθος. Πως είναι γι’ αυτόν. Σηκώθηκε με το ζόρι από το λήθαργο, που δεν τον άφηνε να έρθει αμέσως σε επαφή με την πραγματικότητα. Το είδε, εκεί στο βάθος, πάνω στο τραπεζάκι, να αναβοσβήνει. Ή μάλλον να φωσφορίζει ολόκληρο και να πάλλεται. Σηκώθηκε πολύ αργά και προχώρησε στο βάθος. «Ποιος το ξέχασε αυτό εδώ;» Σκεφτόταν όλους όσοι είχαν περάσει πρόσφατα από το σπίτι. Κανείς δεν είχε τέτοιο περίεργο τηλέφωνο. Κι αυτή η κεραία… Σαν κι εκείνα τα χοντροκομμένα που είχαμε στα 90’s. Μόνο που εκτός της κεραίας, το υπόλοιπο φαινόταν πολύ εξελιγμένο. Συνέχιζε να κτυπά… Δεν είχε σκοπό να σταματήσει. «Θα το σηκώσω».
-Εμπρός!
-Μ’ ακούς; Είπε μια παλιά, γνώριμη φωνή, όμως λίγο αλλαγμένη, σαν να μιλούσε από το Υπερπέραν.
-Ακούω, αλλά όχι πολύ καλά…. Ποιος είναι; Είπε εκείνος, με ολοένα και πιο αβέβαια, τρεμάμενη φωνή, για την απάντηση την οποία υποψιαζόταν πως θα λάβαινε. Δεν ήταν όμως δυνατόν. Η φωνή αυτή… είχε να την ακούσει πάνω από πέντε χρόνια. Δεν υπήρχε καμία απολύτως περίπτωση να κάνει λάθος. Σαν να πετάχτηκε ξαφνικά από το τηλέφωνο ρεύμα και τον κατακεραύνωσε.
- Δεν με γνώρισες ε; Ξαναρώτησε η φωνή από το Υπερπέραν.
Ήθελε να γυρίσει αμέσως στο κρεβάτι του. Να πέσει να κοιμηθεί, να μην ξυπνήσει. Αλλά όλες του οι αισθήσεις ήταν απόλυτα σε εγρήγορση και καμιά αίσθηση ύπνου δεν χωρούσε. «Δεν έπρεπε να το απαντήσω». Όμως είχε ήδη απαντήσει : «…μπαμπά;…» Δεν άκουσε σχεδόν ούτε ο ίδιος τον εαυτό του να το λέει. Το είπε όμως. Απ’ τη μια ντρεπόταν που το ξεστόμιζε. Ήξερε καλά πως το να πει κάτι τέτοιο ήταν τουλάχιστον τρέλα. Απ’ την άλλη, μόλις το είπε, ένιωσε μια ζεστασιά, ένα παιδικό, ξεχασμένο συναίσθημα που τον έσπρωξε πίσω. Κοντά σαράντα χρόνια γύρισαν, κι όλα μαζί τον άρπαξαν και τον πέταξαν στο πρώτο του σπίτι. Δυο τριών χρονών παιδάκι χοροπηδούσε στο κρεβάτι του μπαμπά και της μαμάς, «κοίτα θα φτάσω στο φως» κι εκείνος, ο Μπαμπάς του, τον κρατούσε να μην πέσει… Λέγανε κι ένα παιδικό ποιηματάκι οι δυο τους, με λέξεις χωρίς νόημα…Μπιντί ντοντό ντιντίντι ντοντό ή κάπως έτσι….
-Είσαι ακόμη στη γραμμή; Είπε ο πατέρας του.
-Ναι… Πώς γίνεται; Δεν είναι δυνατόν όμως.
-Ξέρεις, πολλά μπορούν να γίνουν. Θα ήταν καλύτερα όμως να μιλήσουμε για πιο ουσιαστικά πράγματα από το να με ρωτάς πώς μπορώ και παίρνω τηλέφωνα! Είστε καλά; Προσέχετε την υγεία σας; Δεν πιστεύω να μην τρώτε καλά…
-Μπαμπά είσαι αδιόρθωτος. Ακόμη τα ίδια μου λες. Σε λίγο θα αρχίσεις και τις αηδίες περί σεισμού και θα πέσει το σπίτι και θα χτυπήσει κανείς….
-Γιατί, τι πίστευες πως θα άλλαζε; Δε λέω, το να πεθάνει κανείς είναι μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή του, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να αλλάξει και ολόκληρη η κοσμοθεωρία του. Φυσικά, από εκείνη τη στιγμή είδα κι εγώ τον Κόσμο με άλλο μάτι, αλλά τα βασικά πράγματα στα οποία πιστεύω, δεν θα τα αλλάξω ποτέ. Και σίγουρα, ένα από αυτά θα είναι και το πόσο σας αγαπώ και σας σκέφτομαι όλους. Ελπίζω κι εσείς. Κι ας φοβάμαι πως θα σας πέσει το σπίτι στο κεφάλι, πως θα χτυπήσεις κι εσύ κι ο γιος σου και πως δεν τρώτε καλά. Θέλω επίσης να ξέρεις πως όλα αυτά που ζούμε κάθε ημέρα της ζωής μας στη γη, δεν χάνονται. Μένουν μέσα μας και ταξιδεύουν για πάντα μαζί μας. Όπου κι αν βρεθούμε… Γι’ αυτό πρέπει να ζούμε όσο το δυνατόν πιο όμορφα την κάθε μας μέρα. Στο τέλος όλα αυτά τα παίρνουμε μαζί μας. Θα ήταν κρίμα να πάρουμε μόνο άσχημα πράγματα, έτσι δεν είναι; Α! Και κάτι άλλο, πριν κλείσω, γιατί δεν μπορούμε να κρεμόμαστε για πάντα σ’ ένα ακουστικό. Υπάρχουνε και όρια ακόμα και πέρα από τα όρια, είπε και γέλασαν. Πάντα του άρεσαν τα λογοπαίγνια και αυτό είναι κάτι που το είχε κληρονομήσει στα σίγουρα στο γιο του. Ένιωσε ξαφνικά μια απίστευτη στενοχώρια. Θα έκλεινε το τηλέφωνο κι αυτός ήθελε να του μιλάει, να του μιλάει… Όπως ποτέ δεν καταφέρνανε να μιλήσουνε, όσο βρίσκονταν μαζί στην ίδια γη.
- Τι είναι λοιπόν αυτό το κάτι άλλο που θες να μου πεις; Είπε, προσπαθώντας να συγκρατηθεί και να μη στείλει ένα λυγμό «απέναντι».
- Ήθελα να σου πω : «Μπιντί ντοντό ντιντίντι ντοντό». Να προσέχετε, να μην πέσετε, να μη χτυπήσετε, να μην τρέχετε με το αυτοκίνητο, να μην κάνετε χειρονομίες και χτυπήσετε ο ένας το άλλο… Ξέρεις εσύ. Να μην τα επαναλάβω όλα τώρα για μια ακόμη φορά… Να αγαπιέστε πολύ. Κάθε σταγόνα αγάπης που μαζεύεται κάθε μέρα, γίνεται κάποτε ωκεανός. Σε φιλώ πολύ κι εσένα και όλους σας και σας αγαπώ πάντα, του είπε. Θα το πεις και στη μαμά έτσι δεν είναι;
- Ναι, μην ανησυχείς κι εμείς σ’ αγαπάμε και δεν σε ξεχνάμε, μπαμπά, είπε ενώ η γραμμή έκλεινε μ’ ένα κλακ υπερφυσικά ηχηρό, τόσο ηχηρό που ξύπνησε πραγματικά….

Στον μπαμπά μου

Δεν υπάρχουν σχόλια: