Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Ελένη να με λες

Σε θυμάμαι συχνά. Στεκόμασταν ο ένας απέναντι στον άλλον, στο σαλόνι. Έσκυψες και μ’ αγκάλιασες. «Δε θέλω να με λες θεία. Ελένη να με λες». Ίσως είναι και το πρώτο πράγμα που θυμάμαι από ‘σένα. Ήμουν μια σταλιά παιδάκι και σε κοίταζα με ανοιχτό το στόμα. Έτσι ξεκινάει η ανάμνησή σου. Ψηλή, αδύνατη με τα μαύρα σου μαλλιά πιασμένα πίσω. Αγέρωχη θα σε έλεγα σήμερα…

Σε θυμάμαι συχνά. Σαν την τελευταία ημέρα κάθε χρόνου και την πρώτη του επόμενου, που τις γιορτάζαμε όλοι μαζί. Δεν άφηνες τίποτε στην τύχη. Έπρεπε να μας περιποιηθείς όλους. Ειδικά εμάς τα παιδιά. Θεία με τα όλα σου και πιο μάνα κι από μάνα για κάποιους… Στο Σπίτι στη Νέα Φιλαδέλφεια. Το κέντρο του παιδικού μου κόσμου. Το κέντρο του δικού σου κόσμου. Όλοι μαζεμένοι, να φωνάζουμε (είμαστε φωνακλάδικο σόι, όπως συνηθίζαμε να λέμε) κι εσύ στη μέση, άγρυπνο μάτι. Το φαγητό τα καθίσματα, τα κρεβάτια. «Πού θα κοιμηθούν; Εδώ θα μείνετε δεν υπάρχει περίπτωση να γυρίσετε σπίτι τέτοια ώρα, Πρωτοχρονιάτικα. Τα χαράματα θα φτιάξω και μια μακαρονάδα για τους ξενύχτηδες που παίζουν χαρτιά… Εσείς τα μικρά με στραγάλια, όχι με λεφτά. Περιμένετε να σας φέρω». Κι εμείς κάναμε ζαβολιές κι ερχόσουν μέσα να μας βάλεις καμιά φωνή, για να ξέρουμε ποιος κάνει κουμάντο και «άντε τώρα, για ύπνο» και ξαφνικά βρισκόμασταν στο κρεβάτι -πώς τα κατάφερνες και εφεύρισκες τόσα κρεβάτια- και το πρωί, μετά την εκκλησία, αραδιασμένα στο τραπέζι της κουζίνας, με τα γάλατα και τα βουτυρωμένα ψωμιά, όλα τα παιδιά να κάνουμε σαματά. Δε σ’ ένοιαζε ο σαματάς. Κοίταζες μ’ εκείνο το πονηρό βλέμμα στα μαύρα σου τα μάτια, σε είχα παρατηρήσει… πήγαινες ν’ ανάψεις κανα τσιγάρο στα κλεφτά, στην τουαλέτα … και ξαναγύριζες, γρήγορα γιατί είχες να μαγειρέψεις για ένα λόχο.

Σε θυμάμαι συχνά. Στη γιορτή του Μάη, στη Λούτσα. Άλλες ετοιμασίες κι εκεί. Τώρα ήταν και η οικογένεια πιο μεγάλη, είχαν έρθει νύφες, γαμπροί κι εγγόνια. Τι σημασία έχει; Πάλι όλοι εκεί ήμασταν μαζεμένοι. Πάλι μύριζε το ψητό σου, με τη γεύση που δεν ξεχνώ. Πήγαινε κι ερχόταν η Δέσποινα στο φούρνο με τα ταψιά… Πάλι έψαχναν τα λαμπερά σου μάτια μη και λείψει κάτι. Τα έβλεπα που άστραφταν τα μάτια σου. Να το ξέρεις αυτό. «Να χορέψουμε κι όλας!» Ξεσηκωνόταν η γειτονιά από τις φωνές μας.

Σε θυμάμαι συχνά. Να μας αγαπάς όλους και να μας το δείχνεις. Μια αγκαλιά και λόγια γλυκά. Ελένη Ελληνίδα. Ακόμη και όταν λύγισες και δεν έλεγες όλα όσα ήθελες να πεις, κοίταζες με τα μαύρα μάτια σου και δε χρειαζόταν τίποτε άλλο. Νομίζω πως και τώρα μας κοιτάζεις από κάπου, με αυτά τα μάτια και το πονηρό βλέμμα και αναρωτιέσαι αν θα είμαστε καλά. Καλά θα είμαστε. Με ένα κενό στην καρδιά, δυσαναπλήρωτο, θα σε θυμόμαστε συχνά : «Ελένη να με λες».

Δεν υπάρχουν σχόλια: