Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Η ζυγαριά



Σήμερα, σκέφτηκα κάνω ένα «γραφτικό», σχετικά με κάτι που μου συνέβη και τις σκέψεις στις οποίες με οδήγησε.

Λοιπόν, πιστεύω πως μέσα στο μυαλό μας, μέσα στη ζωή μας, υπάρχει μια ζυγαριά. Όχι σαν κι αυτές του φαρμακείου που μας λένε βάρος ύψος, βιορυθμούς, ζάχαρο, ουρικό οξύ και άμα είναι πολύ εξελιγμένες, μας προβλέπουν και το «μέλλον» (Θα πεθάνεις την αυγή, είδα στον ύπνο μου μια κατσαρόλα, νύχια, δόντια, το αίμα είναι γρήγορο…) όχι τέτοια. Ούτε σαν κι αυτές που έχουμε στο μπάνιο  και είναι σπιούνοι και προδότες και μας εκνευρίζουνε το πρωί-μετά την τουαλέτα- και μας λένε πως «μετά τις γιορτές και μέχρι τις επόμενες γιορτές, θα έχετε δυο με τρία κιλά παραπάνω. Μετά θα έχετε άλλα δυο με τρία κιλά παραπάνω».

Δεν είναι τέτοια. Ο ρόλος της είναι πολύ πιο απλός και πολύ πιο ουσιαστικός. Για κάθε κακό πράγμα που μας συμβαίνει, φροντίζει να μας συμβεί κι ένα καλό. Και το αντίστροφο. Έχει όμως αυτή η ζυγαριά, ένα πολύ ευαίσθητο ελατήριο. Μερικές φορές χαλαρώνει ή στραβώνει και δεν δουλεύει σωστά. Έτσι, συμβαίνει το εξής: Μας έρχεται το ένα στραβό μετά το άλλο. Κι εμείς, πέφτουμε σε μια κατάσταση, πώς να το πω, σαν να έχουμε πάθει βουλιμία και όλο τρώμε και η ζυγαριά γέρνει και γέρνει… Τότε είναι που πρέπει να σκεφτούμε να διορθώσουμε λίγο το ελατήριο της ζυγαρίτσας μας. Πώς; Φροντίζοντας εμείς για λογαριασμό της και κάνοντας κα’ να δύο καλά, γύρω-γύρω, ώστε να πέσουν λίγο τα κιλά μας, όταν ανεβαίνουμε πάνω της. Κάτι σαν δίαιτα!

Προχτές, ξεκίνησα από τη δουλειά μου, για το  σπίτι μου κατά τις πέντε και τριάντα. «Πέντε και τριάντα να ’ναι οι ώρες τους» τραγουδάει μέσα στο κεφάλι μου το σκουριασμένο ελατήριο της ζυγαριάς μου. Εν μέσω καταρρακτώδους βροχής. Βάζω και την τσάντα στο «πο παγκάς», όπως έλεγε και η κυρία Εβερδίκη, στην παλιά τη γειτονιά, που δεν ήξερε ούτε το όνομά της να πει σωστά, Θεός να τη συγχωράει κι αυτή - κι εμένα, που την κοροϊδεύω, μετά θάνατον – ΑΛΛΑ, στο δρόμο αλλάζω γνώμη. Γιατί έτσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Αλλάζουμε. Γνώμη. Και λέω: «Δεν πάω να αγοράσω λάμπα τινά, που μου εκάη και δεν βλέπουμε την τύφλα μας πάνω από το νεροχύτη και άλλα πλένουμε κι άλλα όχι; Ναι, πάω».

Στρίβω, λοιπόν το τιμόνι απότομα, ναι, δεν το αρνούμαι πως οι δεινές οδηγικές μου ικανότητες με ωθούν πολλές φορές σε απονενοημένες απότομες στροφές του τιμονιού(!)  και πάω σε πολυκατάστημα, γνωστό για τη γερμανική καταγωγή του και τις πολύ ακριβές τιμές του. Σε αυτό το μαγαζί, βρίσκεις σε μεγάλη ποικιλία, βίδες παξιμάδια, είδη σπιτιού και άλλα εδώδιμα (όχι) και αποικιακά  (πάλι όχι). Και όλα αυτά, σε εξωφρενικές τιμές. Μπορείς να το πεις και «Η μπουτίκ της βίδας». Το θέμα μου όμως δεν είναι οι ακριβές του τιμές. Αν ήταν, τότε το συγκεκριμένο «γραφτικό» μου δεν θα είχε καμία πρωτοτυπία, μιας και οι ακριβές τιμές είναι «εκ των ων ουκ άνευ» πια. Το θέμα μου είναι άλλο. Μακάρι να ήταν αυτό. Ναι μακάρι, μακάρι…

Παρκάρω λοιπόν στην αυλή της Γερμανικής πολυμπουτίκ και μπαίνω μέσα. Αρπάζω δε, μια λάμπα ειδικού μεγέθους, χρωματισμού, βατ, βολτ, αμπέρ, πέρ’ για περ’, φέρ’ τη ρε φίλε, τώρα που τη βρήκα, δεν την αφήνω. Πληρώνω, όσα δεν έχω ΠΟΤΕ στη ζωή μου ξαναπληρώσει για μία λάμπα. Μπαίνω στ’ αμαξάκι μου, που ούτε για να το φτύσεις δεν είναι, και πάω να πάρω και τη συμβία μου, να πάμε στο τσαρδί μας.

Φτάνοντας και παρκάροντας έξω από το σπίτι, ήρθε και η στιγμή να ανοίξω το πορτ μπαγκάζ. Το οποίο ΔΕΝ άνοιγε. Γιατί του είχε παραβιαστεί η κλειδαριά. Όχι από μόνη της. Μια κλειδαριά δεν παραβιάζεται ποτέ από μόνη της. Τίποτε δεν παραβιάζεται από μόνο του. Θέλει και βοήθεια, πιστέψτε με. Αρχίζω τότε εγώ τα γαμώτα και τα καντήλια (ηλεκτρικά και λαδιού)- σε συνδυασμό με το «γιατί σ’ εμένα», «γιατί ξανά», (διότι μου έχει ξανασυμβεί παρόμοιο περιστατικό και θα σας το διηγηθώ σε επόμενο «γραφτικό») και μπαίνω στο σπίτι, κάνοντας το θλιβερό απολογισμό όσων κατοικούσαν στην αδικοχαμένη τσάντα, των χρημάτων, των χαρτιών (αδειών, διπλώματος), των κλειδιών, όπως ακόμα και του σκληρού δίσκου, που εμπεριείχε, ο Παντοδύναμος ξέρει τι.

Πάνω στον κλαυθμό και το οδυρμό μου, συνεχώς διακοπτόμενο από βίαια γαμώτα και περιγραφές σεξ με τυρανόσαυρους, χτυπάει το τηλέφωνο και μια φωνή μου λέει πως βρήκε την τσάντα μου, σε κεντρική, κακόφημη, δε λέω, πλατεία των Αθηνών. Οι άπληστοι ληστές, αφού είχαν τρυγήσει τους καρπούς της, την πέταξαν κάτω από ένα δέντρο της πλατείας…

Τρέχοντας, (με το μηχανάκι) πήγα στο ραντεβού, καμιά 15αριά χιλιόμετρα από το σπίτι μου, όπου ένας άνθρωπος, περίπου τριάντα χρονών-άνεργος και  πάμφτωχος, αλλά «άνθρωπος αρκετά» ώστε να κάνει την καλή του πράξη- μου έδωσε την τσάντα μου. Χωρίς σκληρούς δίσκους και χρήματα, αλλά με όλα τα χαρτιά και τα κλειδιά μου μέσα. Καλά που η τσάντα είχε μια κάρτα με το όνομα και το τηλέφωνό μου και με βρήκε, όπως μου είπε. Του έδωσα και κάτι λεφτά, όσα μου είχαν απομείνει συγκεκριμένα, για τον κόπο του.

Εντυπωσιάστηκα δε από την επιμονή του να μην πάρει τα χρήματα. Στο τέλος τον παρακάλεσα και του τα έχωσα στην τσέπη του μπουφάν. Φεύγοντας μάλιστα, για να πάω προς το μηχανάκι μου, με φώναξε να μου τα δώσει πίσω…

Γυρίζοντας, στο σπίτι, σκέφτηκα πως πρέπει να βρω κάποιο τρόπο να μπαλαντζάρω ξανά τη ζυγαριά  μου.

Έτσι, την επόμενη μέρα, πήγα στο κέντρο αστέγων, κοντά στην ίδια κακόφημη πλατεία που βρέθηκε η άτυχη τσάντα μου και άφησα μερικά ψώνια που είχα κάνει προηγουμένως, από το σούπερ μάρκετ. Τίποτε το σπουδαίο: δυο κονσέρβες, δυο γάλατα, δυο πακέτα μακαρόνια.

Ένα κακό, ένα καλό. Ίσως και δύο καλά, γιατί σήμερα σκέφτομαι να ξαναπάω.

7 σχόλια:

Βάσω Α. είπε...

αν ο καθένας μας άπλωνε το χέρι στον διπλανό του, πόσο πιο εύκολη θα ήταν η καθημερινότητά μας!

Ανώνυμος είπε...

Τα σέβη μου Κύριε. Απλά τα σέβη μου!

Ρ.Α. Με Μαγιό

dimiscon είπε...

Βάσω Α.: Μόνο η καθημερινότητά μας; Όλη μας η ζωή!
Ρ.Α. Με Μαγιό : Είστε ένας ευγενέστατος ευγενής.

tremens είπε...

Είσαι υπέροχος, εκτός από τη γραφή σου που ισορροπεί μεταξύ αστείου και σοβαρoύ με μια άνεση εξαιρετική, δείχνεις την ανθρωπιά και την ευγένεια σου σε ένα post που με έκανε αρχικά να γελάσω και μετά να σκεφτώ. Μπράβο σου και το εννοώ απόλυτα. Για όλα!

dimiscon είπε...

tremens : ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.

Ανώνυμος είπε...

Μακάρι μέσα σε αυτήν την παρακμή που ζούμε καθημερινά να καταφέρουμε να παραμείνουμε άνθρωποι. Σε ευχαριστούμε που μας το θύμισες. Πολυ καλό το "γραφτικό" σου.

Αρετή

dimiscon είπε...

Αρετή : Τι μας μένει; να είμαστε άνθρωποι. Ευχαριστώ για το σχόλιο.