Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2008

ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΛΟΓΟ ΚΛΕΙΝΟΥΜΕ ΡΑΝΤΕΒΟΥ;

Αφού κανείς δεν τα τηρεί. Πας στο κομμωτήριο, λες ΟΚ κομμωτήριο είναι , δεν θα σκάσω κι όλας για ένα κουρεματάκι... Κα μένεις καν'α δίωρο με το κεφάλι μουσκίδι και 'κείνο το ύφος "δεν είμαι κανονικά έτσι σα βρεμμένο χάμστερ, κανονικά εμένα τα μαλλιά μου είναι καλοχτενισμένα" κι εσείς κυρία μου που κοιτάτε σα χαζή απ' το πεζοδρόμιο, θά'ρθει και σας η σειρά σας να κλείσετε ραντεβού και τότε θα κάθομαι ΕΓΩ έξω από το τζάμι του κομμωτηρίου να κοιτάζω. Και σε πιάνει η ρημάδα (-ης) η κομμώτρια (-τής) και σε έντεκα λεπτά σε έχει ξεπετάξει. Γι' αυτό περίμενα εγώ επί δίωρον και στο τέλος άρπαξα και πούντα; Να, δες το μάτι μου το αριστερό, γιατί κοιτάζει τοιουτοτρόπως; "Κρύωμα", είπαν με μια φωνή γνωστοί και φίλοι. "ΨΎΞΗ" Φώναξε και η θεία Καμέλια που "είμαι και της ομοιοπαθητικής" (;) όπως έχει πει και η ίδια και μόνο η ίδια ξέρει γιατί έχει πει αυτό που έχει πει, διότι κανείς μας δεν κατάλαβε τι εννοούσε. "Να κλείσεις ραντεβού με τον οφθαλμίατρο", συνέχισαν ακάθεκτοι οι φίλοι μου. Κι έκλεισα. Το ραντεβού ήταν για τις έξι το απόγευμα. Το μάτι μου ήταν για κλάματα και αυτό έκανε. Έκλαιγε. Μόνο το ένα. Σαν μισή στεναχώρια, που να μην ξέρει το ένα μάτι γιατί κλαίει το άλλο. Και πήγα στο ραντεβού. Και περίμενα. Μαζεμένοι στο ιατρείο καμιά δεκαριά, όλοι με το προσωπικό μας δράμα. Αλλά μόνο ένα μάτι δάκρυζε, σαν να ήξερε αυτό περισσότερο από όλα τα μάτια, το δράμα των γύρω ματιών. Έριξα μια ματιά - και το εννοώ, μια ματιά- και ήλπισα προς στιγμήν, ότι όλοι αυτοί έχουν κάνει λάθος και ήρθαν στις έξι, ενώ το ραντεβού τους ήταν, για παράδειγμα, στις επτά, στις επτάμιση, στις οκτώ... κάτι δεν πήγαινε καλά. Αν μετρούσα ασθενή και μισάρωρο, μου έβγαινε κάτι σαν τέσσερις και μισή να το έκλεινε ο Χριστιανός, το ιατρείο. Άρα, αναφώνησα από μέσα μου, μάλλον κάτι άλλο συμβαίνει. Κάνανε λάθος την ημέρα. Αυτό είναι. Τώρα θα βγει ο καλός γιατρός και θα τους πει ευγενώς πως, πράγματι δεν είδαν καλά τι μέρα είναι και να ξαναέρθουν αύριο και, μάλιστα, έχουν πρόβλημα όρασης, που δεν είδαν πως σήμερα δεν είναι Απομάχου και Καταρμίου Μαρτύρων, η σωστή μέρα δηλαδή, του ραντεβού. 'Όχι, σήμερα είναι Βλεφαρίνου και Κλεομάτης και είναι η ΔΙΚΗ μου σειρά. Αλλά φευ! Κανείς μας δεν είχε κάνει λάθος. 'Όλοι ήμασταν εκεί στην ώρα μας, ο καθένας στη δική του δηλαδή, αν και μερικές συνέπιπταν. πχ εγώ είχα, όπως διεπιστώθη, ραντεβού την ίδια ώρα με μια μάνα με τους εννιά της γιους και με τη μια της κόρη, που τους είχε φέρει όλους για ετήσιο τσεκάπ. Μια κυρία 108 χρονών ήταν η μοναδική που δεν συνέπιπτε η ώρα της με κάποιου άλλου, αλλά δυστυχώς αυτό δεν ήταν και μεγάλη τύχη στην περίπτωσή της, γιατί είχε "'έρθει η ώρα της" της καημένης και έτσι δεν χρειάστηκε να την εξετάσει ο ιατρός. Αφού τελείωσε και το διαδικαστικό με το ασθενοφόρο που πήρε τη γιαγιά, μείναμε οι υπόλοιποι, να κοιταζόμαστε με το αρρωστημένα βλέμματά μας, περιμένοντας και το δικό μας μοιραίο, όποιο και αν θα ήταν αυτό.
Από τα πολλά, βγαίνει και ο ασθενής που εξετάζετο επί μακρόν -προ εγκεφαλικού της γιαγιάς - και ο καλός γιατρός μας κόβει όλους έναν έναν. "ποιος έχει σειρά;" Ρωτάει και στην πλατεία γίνεται χαμός. Ζητωκραυγές, φωνές, η μια της κόρη να πηδοβολάει, τρελά πράγματα, αλλά όταν ηρεμήσαμε, είπε ένας κύριος "Εγώ". Τότε, και αν θέλετε το πιστεύετε, και άλλα μάτια δάκρυσαν. Όμως εγώ δεν ήμουν εκεί να το δω. Γιατί πήρα των ομματιών μου και έφυγα.
Θα κλείσω άλλη φορά ραντεβού. Ούτως ή άλλως, κάτι μου λέει πως θα δω γνωστά πρόσωπα στο ιατρείο. Μάτια που δεν βλέπονται ...

Δεν υπάρχουν σχόλια: