Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

Η Ζωή



Σε τραβάει έξω μαζί Της.
Σου δίνει το πρώτο φως Της και χωρίς δεύτερη κουβέντα σου λέει "Ζήσε τώρα".
Μετά, αγκαλιά με τη μαμά κι Αυτή δίπλα μας στο δρόμο, με φωνές παιδιών που έρχονται και φεύγουν. Και μεγαλώνουνε μαζί Της.
Κι εμείς μαζί Της, χέρι - χέρι με το μπαμπά. Κυριακή δεν ήταν; Στο Σύνταγμα, τα περιστέρια πετούν γύρω μας. "Πάρε να τα ταίσεις" σου δίνει μια χούφτα σπόρους από το χέρι του.
Τρέχεις να τα κυνηγήσεις και σου ξεφεύγουν. Κι Αυτή; τρέχει κι Αυτή...
Και το χέρι του μπαμπά δεν είναι μέσα στην τάξη να σε κρατήσει.
Πρώτη μέρα στο σχολείο. Τρέχεις στο διάλλειμμα και κυνηγάς και σε κυνηγούν, σαν πρόβα για αργότερα.
Και μετά, είναι τα καλοκαίρια που πέφτεις στη θάλασσα και κολυμπάς και η μαμά φωνάζει, γιατί φοβάται... αλλά Αυτή είναι εκεί, μαζί σου και σου φωνάζει στ'αυτί να τρέξεις, να παίξεις, να ΖΗΣΕΙΣ.
Και μετά στο δρόμο, βράδυ. Κρατάς με τα χεράκια σου τα δικά τους χέρια και είσαι περήφανος που η σκιά σου είναι μεγάλη.
Και τους ρωτάς γι'Αυτήν και πρέπει να σου λύσουν όλες τις απορίες σου. Ακόμη κι εκείνες που παραμένουν απορίες και γι' αυτούς τους ίδιους.
Και μετά σε τραβάει μαζί Της, λίγο πιο μακρυά τους, λίγο κι ακόμα λίγο...
Και είσαι στο γυμνάσιο και στο λύκειο και οι συμμαθητές καπνίζουν και κάνουν μαγκιές. "'Ετσι είμαι τώρα" σου κλείνει το μάτι Αυτή. Κι εσύ την ακολουθείς. Έτσι είσαι κι εσύ τώρα.
Δεν αγγίζεις πια τα χέρια τους και δεν θέλεις να σου μιλούν γι'Αυτήν, ούτε να σε συμβουλεύουν. Εσύ Την ξέρεις πια καλά, νομίζεις.
Και έρχεται η Σχολή στην επαρχία. Καμιά φορά τους νοσταλγείς, αλλά δεν τους το δείχνεις, όταν τους μιλάς στο τηλέφωνο. Αποφεύγεις και λέξεις όπως "μπαμπά" και "μαμά"...
Και στο Στρατό τα ίδια. Αλλά έρχονται κάτι βράδια που δεν Την αντέχεις άλλο και τότε θυμάσαι πώς κράταγες τα χέρια τους. Και παίρνεις κουράγιο να πας παρακάτω.
Στη Δουλειά.
Χιονίζει και ο δρόμος γλιστράει, αλλά δεν υπάρχουν περιθώρια απουσίας. Νόμιζες πως Την ήξερες καλύτερα, όμως Αυτή ήταν πιο σκληρή απ΄όσο πίστευες.
"Να προσέχεις" σου φώναξε η μαμά από την πόρτα που έκλεινε με το χέρι της πίσω σου.
Θα το άρπαζες αυτό το χέρι, με το μικρό σου χεράκι (θυμάσαι;) και θα της έλεγες "Πάρε με αγκαλίτσα όπως παλιά, που η σκιά μου ήταν μεγάλη, αλλά η αγκαλιά σου με χώραγε μια χαρά", αλλά κάτι είπε ο μπαμπάς από την κουζίνα για τον παγωμένο δρόμο και τότε Αυτή βρήκε την ευκαιρία να σε τραβήξει έξω.
Και έξω είναι καλοκαίρι και 'συ βρίσκεσαι ξαφνικά με το δικό σου παιδί, να κρατάς το δικό του χεράκι, να εκεί στο Σύνταγμα, με τα περιστέρια, χωρίς το δικό σου μπαμπά, μπαμπάς εσύ τώρα, με τα σπόρια στο άλλο χέρι και με απαντήσεις για όλα. Ακόμη και γι'αυτά που δεν ξέρεις.
Κι Αυτή κάπου εκεί, σας κοιτάει και σας κλείνει και των δυο το μάτι. "ΖΗΣΤΕ"...


Δεν υπάρχουν σχόλια: