Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2008

Σουπερμανιές

Ήμουν λοιπόν γύρω στα πέντε μου, ένα καλοκαίρι στο Λεμονοδάσος. Ήταν νύχτα, κάτι σαν 10 το βράδυ ας πούμε. Όλοι οι μεγάλοι κάθονταν με το lux, γιατί ρεύμα δεν είχαμε, στην πάνω βεράντα. Εγώ είχα βρει ένα καλάμι από το πρωί και ασχολιόμουν αποκλειστικά με αυτό. Του είχα κολλήσει και ένα φτερό κότας, το οποίο δεν θα σας πω πώς το πήρα από την κότα, διότι δεν είναι της παρούσης. Το συγκεκριμένο καλάμι είχε προφανώς, μαγικές ιδιότητες για το παιδικό μου μυαλό και μπορούσε να μετατραπεί στα πιο απίθανα πράγματα. Τη μια ήταν το ραβδί του μάγου, την άλλη το τρομερό σπαθί και πάει λέγοντας. Μερικές φορές η έλλειψη παιχνιδιών, κάνει τα πιο απλά πράγματα να γίνονται πολύ ενδιαφέροντα. Κι αυτό συμβαίνει και σήμερα. Μια πέτρα κι ένα ξύλο μπορεί να γίνουν πιο σημαντικά από όλο το στόλο της Matell. Τέλος πάντων, εγώ είχα στα χέρια μου το μαγικό πολυεργαλείο που ψήνει - τηγανίζει -μαγειρεύει και - φυσικά, διώχνει όλους τους εχθρούς και σε κάνει παντοδύναμο. Το όπλο μου συνοδευόταν από μπέρτα τύπου "superman" φτιαγμένη από γνήσιο ξεσκονόπανο που κι αυτό με τη σειρά του είχε φτιαχτεί από γνήσιο παλιό, φανελένιο πουκάμισο του θείου Ανδρέα...
Καταλαβαίνετε πως με ΔΥΟ τέτοια όπλα (συν το φτερό της καημένης της κότας, που εκείνη την ώρα έβλεπε εφιάλτες) ήμουν πραγματικά ανίκητος.
Έτσι λοιπόν, αποφάσισα να κάνω το μεγάλο μου ταξίδι στο Κόσμο... Προχώρησα στην αυλή, προς το μακρύ δρομάκι που οδηγούσε ως την αυλόπορτα. Δεξιά και αριστερά οι φυτεμένες λεμονιές μοσχομύριζαν. Σιγά σιγά και η τελευταία αχτίνα από το lux κρύφτηκε μέσα στα φύλλα τους και μαζί της κρύφτηκε και ένα μεγάλο μέρος από την ατρόμητη αυτοπεποίθησή μου... Δεν γινόταν όμως να κάνω πίσω. Ο Κόσμος με περίμενε. Ποιος θα νικήσει τους κακούς; Συνέχισα με όλο και πιο αβέβαια βήματα προς την κουκουναριά, δίπλα στην αυλόπορτα... Δυο βήματα ακόμη και θα έπιανα το μάνταλο. Ένα... Και τότε το ένιωσα, το άκουσα, το βίωσα βαθιά στο πετσί μου! Η καυτή ανάσα του ήταν κοντά μου, ανάμεσα στα πόδια μου, κινιόταν γρήγορα, ΤΙ ΗΤΑΝ; Γύρισα απότομα για να (φύγω) επιτεθώ στο κτήνος και τότε ανακάλυψα πως ο Μπραήμης ο σκύλος, με ακολουθούσε από ώρα και τώρα ήταν η στιγμή να πέσει επάνω μου για να κάνουμε παιχνίδια... Νόμιζε, γιατί εγώ το τελευταίο που είχα σκεφτεί ήταν τα παιχνίδια. 'Ετσι έπεσα κάτω από το βάρος του ουρλιάζοντας "βοήθεια", ο σκύλος τρόμαξε, οι γονείς μου, οι θείοι μου, τα ξαδέλφια μου τρόμαξαν κι εγώ, εκείνο το βράδυ έμαθα - με κόστος το βρακί μου - πως το φτερό της κότας ουδόλως σκιάζει τους κακούς, επίσης και τους σκύλους. 'Ετσι άφησα τις σουπερμανιές και καταπιάστηκα με πιο απλά χόμπι. Ευτυχώς για τη θεία Τούλα που είχε πια τακτοποιημένα τα ξεσκονόπανά της. Η δε κότες συνέχισαν τον ανήσυχο ύπνο τους, γιατί το επόμενο ευφύημά μας με τον ξάδελφό μου, ήταν να παίξουμε τους Ινδιάνους... Για τις δε ενδυματολογικές ινδιάνικες πατέντες μας, θα σας μιλήσω άλλη φορά.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Πολύ περιγραφικός ο συγγραφέας! Καταπληκτικό κείμενο πού σέ βάζει μές τό όλο σκηνικό καί πραγματικά νομίζεις ότι μυρίζεις τις λεμονιές στό κτήμα τού θείου, ακούς τίς ομιλίες τής παρέας καί τά γαυγίσματα τού φοβερού καί καημένου σκύλου. Εκείνο πού μού άφησε τό πολύ χαριτωμένο αυτό διήγημα είναι μία γλυκιά νοσταλγία τών παιδικών μας χρόνων. Μού έφερε ξανά στό νού τά απίθανα καλοκαίρια μέ τίς ποδηλατάδες, τίς σκανταλιές, τά περιβόλια, τίς βουτιές στίς πεντακάθαρες θάλασσες, τά ζεστά καί ξένοιαστα απομεσήμερα περιμένοντας νάρθει τό απόγευμα γιά νά ξαναρχίσει η βόλτα καί τό παιχνίδι. Καί είναι όλα αυτά πού περιγράφονται, στιγμές τής παιδικής καί νεανικής μας ηλικίας, πού μόνο εμείς όλοι πού τίς ζήσαμε, τώρα καταλαβαίνουμε πόσο τυχεροί είμαστε. Εξαιρετική περιγραφή, διασκεδαστική, έχει πολλά χιουμοριστικά στοιχεία, αλλά καί πολύ πολύ νοσταλγική. Μήπως τό ταλέντο τού συγγραφέα μένει ανεκμετάλλευτο?