Τρίτη, 26 Αυγούστου 2008

Ινδιάνοι - Εφιάλτες στο Κοτέτσι

Το λένε "τόμαχόουκ", μου είπε, περήφανος για τις γνώσεις του που είχε αντλήσει κατόπιν ατελείωτων μεσημεριανών ωρών ανάγνωσης του "Μικρού Σερίφη", ο Γιώργος. Εγώ, υπνωτισμένος από το μεγαλεπήβολο σχέδιο που είχε αναπτύξει στο κεφάλι του ο μεγαλύτερος κατά δύο χρόνια ξάδελφός μου, βομβάρδιζα με ερωτήσεις. "Περίμενε και θα δεις", είπε με εκείνο το λακωνικό ύφος του μεγάλου που μιλάει και οι μικροί καλύτερα να κανουν μόκο και να κάθονται στην άκρη. Οι γονείς και οι θείοι μας, όπως και τα υπόλοιπα ξαδέλφια μου, κοιμόντουσαν για μεσημέρι-ύπνος ιερός και καθαγιασμένος, ο οποίος δεν έπρεπε να διακοπεί, παρά μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις (πόλεμος ή σεισμός). Εμείς, ως συνήθως, περιμέναμε και το τελευταίο βλέφαρο να κλείσει και ξεγλυστρήσαμε ως την αυλή. "Λοιπόν, μέσα στην αποθήκη έχει ο θείος σχοινί και πλαστικό λουρί για να φτιάχνει τις καρέκλες, όταν χαλάνε..." Δεν πρόλαβε να αποσώσει ο Γιώργος. Είχα τρυπώσει την αποθήκη και τά'φερα - περήφανος βοηθός. Βρήκαμε και δύο χοντρά ξύλα, σα στυλιάρια και δυο πέτρες που μοιάζανε - στα μάτια μας - με πελέκι. Τα δέσαμε και έτοιμα τα τόμαχόουκ. Αλλά δεν ήταν αρκετά για να είσαι "πραγματικός" ινδιάνος, σκέφτηκα φωναχτά, κοιτάζοντας προς τις έρημες τις κότες, που αποχαυνωμένες από την μεσημεριάτικη ζέστη κάθονταν κάτω από τη σκιά των δέντρων, μέσα στο κοτέτσι. Ο Γιώργος ακολούθησε το βλέμμα και τη σκέψη μου. Δεν χρειάζονταν πολλά λόγια. "Πρέπει να αποσχολήσουμε τον κόκκορα, για να μη μας τσιμπήσει".

Τώρα η αποστολή φτερό κότας είχε λάβει σάρκα και οστά. Ανοίγουμε την εξωτερική πόρτα. Οι κότες μας βλέπουν και σκέφτονται το καλαμπόκι. Μέγα λάθος. Ο κόκκορας, πιο καχύποπτος, πλησιάζει σε αποστολή αναγνώρισης. Εγώ πάω προς το σπιτάκι που τις μαζεύουν τη νύχτα και ο κόκκορας ακολουθεί. Μπαίνουμε μέσα, βγαίνω γρήγορα και του κλείνω την πόρτα στο ράμφος. Ο Γιώργος δεν είχε χάσει καθόλου χρόνο. Ήδη μαδούσε μια ουρά και πήγαινε στη δεύτερη. Αν ήμασταν τυχεροί, θα είχαμε ένα ικανοποιητικό αριθμό φτερών, πριν ξυπνήσουν οι μεγάλοι από τις σπαρακτικές κραυγές της εκάστοτε κότας. Ωστόσο, ο κόκκορας έκανε κι αυτός το σαματά του. Μετά από δυο τρεις "αφαιμάξεις", είπαμε να σταματήσουμε, σε πρώτη φάση. Ελευθερώσαμε τον κόκκορα, που πετάχτηκε να μας φάει, αλλά αντ' αυτού έφαγε και την άλλη πόρτα στο ράμφος και βγήκαμε έξω νικητές. Ευτυχώς κανείς δεν είχε ακούσει τις φωνές και τον ορυμαγδό της μάχης.

Καταπιαστήκαμε λοιπόν με τον ινδιάνικο στολισμό. Το πλαστικό λουρί της καρέκλας πρωταγωνίστησε για άλλη μια φορά. Μέχρι να ξυπνήσουν οι μεγάλοι, είχαμε μια αμφίεση που θύμιζε Ινδιάνους, ενώ δυο τρεις κότες είχαν αποφασίσει πως "τέρμα τα αυγά για φέτος" αφού είχαν δει το Χάρο με τα μάτια τους.

Όταν μας είδαν, ο θείος Ανδρέας και η θεία Τούλα, με την περικεφαλαία, κατάλαβαν τι είχε γίνει, παρόλες τις διαβεβαιώσεις μας, πως τα φτερά δεν είχαν αποκοπεί βίαια, αλλά ήταν απόρροια μιας επιδημίας "πτερόπτωσης", που χτύπησε το κοτέτσι. Η αναστάσωση δε, που προκαλούσε κάθε πέρασμά μας από την ευρύτερη περιοχή του κοτετσιού, κυρίως στον κόκκορα, επιβεβαίωνε τα τραγικά σενάρια της βίαιης αποκοπής ... Ακόμη κι έτσι όμως οι Άγιοι εκείνοι άνθρωποι, δεν είπαν τίποτε. Ο θείος μάλιστα, μας είπε πως θα μας βοηθήσει στο δύσκολο αυτό έργο της μεταμόρφωσής μας, φοβούμενος ίσως κάποιες πιο τραγικές εξελίξεις στο πεδίο του κοτετσιού. Έτσι πήρε τα φτερά και τα λουράκια και μας έφτιαξε τα καλύτερα ινδιάνικα στολίδια που θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν. Ώσπου ήρθε το βράδυ και πήγαμε να κοιμηθούμε, βλέποντας όνειρα με το "Μικρό Γεράκι" και το "Γαλάζιο Σύννεφο" σε περιπέτειες σινεμασκόπ...

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Άλλη μία πολύ διασκεδαστική αφήγηση! Τά έρημα τά ζώα τί σάς έφταιγαν? Θά πρότεινα ένα ''δροσερό'' βιβλίο μέ ιστορίες εμπνευσμένες από τά καλοκαίρια στό λεμονοδάσος. Νοσταλγικές μνήμες δοσμένες μέ πολύ χιούμορ πού βάζουν τόν αναγνώστη ''μέσα'' στήν ιστορία, δημιουργώντας του τήν ανάγκη νά συμμετάσχει σέ όσα διαδραματίζονται, αλλά καί συγχρόνως νά τό απολαμβάνει. Μπράβο στόν συγγραφέα!