Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ

Έχω μια κακιά συνήθεια : Μόλις δω χαρτάκι κολλημένο σε τοίχο, ή πινακίδα, ή γκράφιτι, κάθομαι και τα κοιτάζω. Τα παρατηρώ για ώρα, μερικές φορές για παραπάνω απ’ όσο πρέπει. Νομίζω πως τα έγραψαν για ‘μένα. Ότι όταν ήταν εκεί αυτός που κόλλαγε το χαρτί στον τοίχο, όταν έβαφε πάνω στο βαγόνι του τρένου ή στη τζαμαρία του εγκαταλελειμμένου καταστήματος, όταν έβγαζε το άχτι του στον τοίχο της μάντρας του απέναντι σπιτιού, εμένα σκεφτόταν. Προσπαθούσε να μπει στο μυαλό μου και να βρει το κομματάκι εκείνο που θα ταιριάξει με αυτό που θέλει να γράψει και να το εξωτερικεύσει για πάρτη μου. Έτσι, πίστεψα με τον καιρό πως όλα όσα βλέπω γραμμένα ή ζωγραφισμένα στην πόλη με αφορούν. Ακόμη και τα άσχετα αυτοκόλλητα, με το τηλέφωνο του κλειδαρά, ή τα πεταμένα φέιγ βολάν με διαφημίσεις φροντιστηρίων και ενεχυροδανειστηρίων. Όχι γι’ αυτό που διαφημίζουν, αλλά γι’ αυτό που θα ερεθίσει εκείνη την νευρική απόληξη του εγκεφάλου μου και θα με ξυπνήσει από τον καθημερινό μου λήθαργο.

Έτσι έγινε και σήμερα το πρωί. Περνούσα από το κέντρο της Αθήνας και στη τζαμαρία ενός από χρόνια παρατημένου καταστήματος της Εθνικής Τράπεζας, το είδα.

Στάθηκα και το διάβασα, το ξαναδιάβασα, κοίταξα γύρω μου μήπως με κοιτάζουν οι συντοπίτες μου να στέκω έξω από το άδειο μαγαζί -λες και θα έμπαινα ποτέ μέσα. Με πιάνει συχνά αυτό το άγχος. Μήπως κάποιος έρθει και με ρωτήσει τι κοιτάζω εκεί και αναγκαστώ να τον ρωτήσω : «Για ‘μένα το ‘γραψε, καλέ μου κύριε;» Και τότε θα μου πει, με το δίκιο του «Πας καλά ρε φίλε;» και θα με προσγειώσει απότομα, με τα μούτρα στα πλακάκια του εμπορικού κέντρου.

Αυτή τη φορά όμως είχα και συνένοχο. Δεν ήταν ιδέα μου. Είχε κι άλλος σκεφτεί όπως εγώ. Κάποιος κατάφερε ν’ αγγίξει εκείνο το διεστραμμένο κομμάτι του μυαλού μου, που θέλει όλα να τα παρεξηγεί και να τα αντιστρέφει (διαστρέφει, καταστρέφει).

Η γνωστή παρανόηση, γραμμένη με στυλό κάτω από την προειδοποίηση. Ο άνεργος δεν μπαίνει!

Μήπως όμως είναι και αλήθεια; Μήπως τελικά δεν θα επιτρέπεται η είσοδος; Πόσοι από εμάς θα μπορούμε, ας πούμε του χρόνου, τέτοια εποχή, να μπαίνουμε στο σινεμά, στο θέατρο, στο καφενείο της γειτονιάς, ή ακόμα και στο σούπερ μάρκετ; Σε πόσους από εμάς έχει απαγορευτεί η είσοδος στον εργασιακό χώρο, με το πρόσχημα της εφεδρείας, της μη κερδοφορίας, ή ακόμα και με την τρομοκρατία ή και την αλήθεια του λουκέτου; Πόσοι από εμάς κοιτάμε πια τις βιτρίνες από απόσταση ασφαλείας; Πόσοι βιώνουμε την απαγόρευση στην ηρεμία, κρατώντας στο χέρι λογαριασμούς -απλήρωτους συνήθως- χάνοντας και τις δυο τρεις ευτυχισμένες οικογενειακές στιγμές που μας απομένουν, λόγω του άγχους;

Η βιαστικά γραμμένη παρατήρηση, ίσως περιέχει μέσα της πολύ περισσότερα απ΄ όσα θα ήθελε να πει αυτός που την έγραψε.

Στάθηκα και το φωτογράφισα. «Τώρα θα με πιστέψουν» σκέφτηκα. Το είδα, δεν το φαντάστηκα. Έτσι δεν είναι καλέ μου κύριε;

Δεν υπάρχουν σχόλια: