Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Μία ειδική περίπτωση


Υπήρχε κάποτε μια χώρα. Είχε και κατοίκους, μικρούς και μεγάλους, απλούς και σπουδαίους. Που μπορούσαν και την έλεγαν «πατρίδα». Χωρίς να ντρέπονται. Που μιλούσαν γι’ αυτήν στα παιδιά τους και τους έλεγαν για το παρελθόν της, το παρόν της και το μέλλον της. Χωρίς να λυπούνται. Που ανέφεραν συχνά μια λέξη στις κουβέντες τους, πιο σημαντική κι απ’ την ίδια την πατρίδα τους. Μια λέξη που την έπαιρναν μαζί τους οι μετανάστες, άλλοι στην Αμερική κι άλλη στην Αυστραλία και στη Γερμανία και την είχαν Ευαγγέλιο. «Φιλότιμο».

Υπήρχε τον παλιό καιρό μια χώρα. Οι κάτοικοί της έφτιαχναν μεγάλες παρέες. Φίλοι, συγγενείς, γείτονες… Χόρευαν και τραγουδούσαν στους δρόμους και στα σπίτια τους. Δεν ντρέπονταν γι’ αυτά τα σπίτια, αν ήταν μικρά και φτωχικά. Είχαν τις πόρτες ανοιχτές, ακόμα κι αν καυγάδιζαν και «τους άκουγε η γειτονιά». Δεν ήξεραν από χρηματιστήρια, τζόγους και τζιπ. Ήξεραν όμως να ακούν ο ένας το άλλον και «να είναι εκεί» ο ένας για τον άλλο. «Έτσι δεν είναι ρε πατριώτη;»

Υπήρχε στο παρελθόν, μια χώρα, που δεν έμοιαζε με καμιά άλλη. Που οι κάτοικοί της την σέβονταν και δεν ήθελαν να την κάνουν «μια άλλη χώρα» που να μοιάζει με όλες τις υπόλοιπες. Τώρα υπάρχει «μια άλλη χώρα» …

Συνεχίζει να μη μοιάζει με όλες τις υπόλοιπες, αλλά έχασε και τον ίδιο της τον εαυτό. Σαν εκείνα τα εμπνευσμένα ριάλιτι, που παίρνουν μια γνήσια νοικοκυρά, λαική γυναίκα με συγκεκριμένο στίγμα ζωής και την μετατρέπουν σε «κάτι» που θυμίζει αποτυχημένο μοντέλο διαφήμισης σετ κατσαρόλας – τηγανίστρας - ψητοκοτοπουλιέρας ατμού τεφλόν με χρονοδιακόπτη και μίξερ με κουδουνάκι ποδηλάτου, που με μια μόνο κίνηση μετατρέπεται σε σκουπίδι μη ανακυκλώσιμο.

Γυρνάει σήμερα αυτή η χώρα και ρωτάει τους κατοίκους της για την ταυτότητά της, αλλά κι εκείνοι ψάχνουν τη δική τους. Αυτήν που κατακερματίστηκε μέσα στον κόσμο της εικονικής πραγματικότητας και των εικονικών χρημάτων.

Κάποτε, κάποιος ποιητής, γνωστός σε όλο τον Κόσμο, γεννημένος σε τούτη την ίδια χώρα, Οδυσσέα τον έλεγαν, είχε πει :

«Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις».

Ίσως τελικά, καταφέρουμε να φτάσουμε στην ελιά, το αμπέλι και το καράβι. Φτάνει να κάνουμε ξανά το ταξίδι προς τα πίσω, της επιστροφής σαν να λέμε. Όπως έκανε και κάποιος άλλος, Οδυσσέα τον έλεγαν. Ίσως καταλάβουμε πώς ξαναφτιάχνονται οι πατρίδες. Ίσως ξαναβρούμε τις ταυτότητές μας. Στα απλά. Όχι εκεί που ψάχνουν οι πολλοί. Η Ελλάδα είναι μια ειδική περίπτωση. Το έλεγαν όλοι. Πάντα. Ακόμα και σήμερα, αυτό ακούμε από στόματα «εχθρών» και «φίλων». Οι ειδικές περιπτώσεις όμως είναι και οι ενδιαφέρουσες περιπτώσεις.

Ας βρούμε την ελιά μας, ο καθένας, το καράβι μας και το αμπέλι μας, να πάμε παρακάτω. Παραπάνω!