Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Η Ζώνη ΙΙ

Το πρωί ξύπνησα χωρίς κανένα κέφι. Κατέβασα το γιο μου στο σχολικό, με βαριά καρδιά και ακόμα πιο βαριά πόδια και ακόμα, ακόμα πιο βαριά νύστα και πάει λέγοντας, χωρίς να μπορώ να βγάλω απ’ το μυαλό μου τη Ζώνη. Με είχαν ωστόσο, ζώσει τα φίδια, εκτός από την ίδια τη Ζώνη που κι’ αυτή με είχε ζώσει. Σύστοιχο. Δύστυχο. Θες να εμφανιστεί και στο παιδί (Η Παναγία) και να του ζητάει τη Ζώνη της; Τι φταίει το φτωχό; Πρέπει να ενεργοποιηθώ και να ψάξω τη Ζώνη πριν να είναι αργά. Το σχολικό ήρθε. Η συνοδός με κοίταξε με περίεργο ύφος, ή μάλλον μου φάνηκε. Μήπως όμως εκείνη ξέρει κάτι; Πήγα να τη ρωτήσω, αλλά μου έκλεισε την πόρτα στα μούτρα και βογκώντας έφυγε. Το σχολικό. Τη συνοδό, δεν την άκουσα να βογκάει και συμπεραίνω πως δεν είχε κανένα λόγο. Αυτή δεν είχε δει την Παναγία στο ύπνο της. Έκανα μεταβολή για να γυρίσω στο σπίτι. Ξαφνικά, είδα να κατεβαίνει σημαιοστολισμένη το δρόμο η Γειτόνισσα, γνωστή για τα ενδυματολογικά της ξαφνιάσματα προς εμάς τους υπολοίπους. Σήμερα φορούσε (8 το πρωί) κατακόκκινα λουστρινένια μποτάκια με τακούνι εξπρές, 40 ίντσες LED 1080 full HD. Παραπάνω κοιτώντας, διαπίστωσα πως το κόκκινο συνεχιζόταν, το ίδιο λουστρινίζον, σε αδιάβροχη κάπα (και λάμδα και μι σε κάποια σημεία της ) και τελείωνε σε ασορτί πορτοκαλί (;) καπελάκι. Αυτό όμως που μου έφερε ρίγη δέους βρισκόταν ακριβώς στη μέση. Στη μέση της γειτόνισσας εννοώ. Η γειτόνισσα φορούσε, το δίχως άλλο τη Ζώνη. Αποκλείεται να κάνω λάθος! Ήταν μια φαρδιά εσθήτα, προβυζαντινού, ή και προϊστορικού θα έλεγα, ρυθμού. Ξεκίναγε λίγο κάτω από το στήθος, αν και τώρα που το ανακαλώ, μάλλον ξεκίναγε λίγο κάτω από το λαιμό και εκτείνετο σε όλα τα μήκη και τα πλάτη. Ειδικά στα πλάτη της γειτόνισσας, που ήταν πραγματικά πλατειά πλάτη. Ναι, ναι, πέρναγε και από την πλάτη, αλλά αυτό συνέβαινε καθαρά για λόγους στήριξης. Το υλικό δε από το οποίο ήταν φτιαγμένη, αναζητούσε την ταυτότητά του μεταξύ μεταξιού, λάτεξ, ξύλου βελανιδιάς και ψωμιού πολυτελείας, που έφτιαχναν οι Φούρνοι όταν ήμασταν μικρά. Τότε που μας έστελνε η μαμά να πάρουμε «μια φρατζόλα ψωμί πολυτελείας, παρακαλώ κύριε Θόδωρε» και ο κύριος Θόδωρος μας το έδινε και μέχρι να πάμε σπίτι το είχαμε ξεψυχιάσει όλο και είχε μείνει μόνο η κόρα γύρω-γύρω να μαρτυράει πως αυτό κάποτε ήταν πραγματικό ψωμί και όχι ψωμί-κουκούλι-εξωγήινος. Και μετά η μαμά μας έριχνε μια με την τηλεκατευθυνόμενη παντόφλα που «όπου κι αν είσαι θα σε βρει» και μας ξανάστελνε κλάμενους και δάρμενους στον κύριο Θόδωρο, να ξαναπάρουμε «μια φρατζόλα ψωμί πολυτελείας, παρακαλώ κύριε Θόδωρε». Έτσι και η ζώνη της γειτόνισσας. Πιο πολύ όμως, έμοιαζε με τον κύριο Θόδωρο, Θεός σ’χωρέστον. Η γειτόνισσα εννοώ, μου θύμιζε τον κύριο Θόδωρο. Ας ξαναγυρίσουμε όμως στη ζώνη, την οποία ΠΟΤΕ δεν θα επέλεγε ο κύριος Θόδωρος. Ήταν δε, η ζώνη, διάστικτη με λογιών - λογιών μπιχλιμπίδια, κάτι σαν στρας, διαμαντάκια, ρουμπινάκια, σμαραγδάκια και άλλα ημιπολύτιμα, αποικιακά. Μερικά, μάλιστα από αυτά, κρέμονταν από κλωστούλες και αλυσιδίτσες. Το όλο τεχνικολόρ, κατέληγε σε πόρπη υπερθέαμα των πέντε θαλασσών και των επτά ηπείρων (συμπεριλαμβανομένης της δικής μας Ηπείρου, αλλά και της Βορείου Ηπείρου αυτοπροσώπως). Έσκυψα λίγο, διακριτικά, για να δω καλύτερα και Ω! Του θαύματος, σε μια ακρούλα της πόρπης, αντίκρισα, ή έτσι μου φάνηκε, αγκαλιά τους Αγίους Θεοδώρους, με το Θεόδωρο Πάγκαλο. Παραξενεύτηκα, πώς χώρεσε η σύνθεση σε μια τόση δα μικρή ακρούλα και τότε, κοιτάζοντας ακόμα καλύτερα, είδα κι άλλους πολλούς, αγκαλιά με Αγίους και Αγγέλους: Καραμανλή, μαζί με την Αγία Ούρσουλα, Ρουσόπουλο, μαζί με τον Όσιο Οικόπεδο, Βουλγαράκη, με την Αγία Συμβολαιογράφο, Μπασιάκο, Δούκα, Κοντό … και ψηλά – ψηλά, με την κορώνα της βασίλισσας Αμαλίας, (κλεμμένη σίγουρα από το παλάτι ή από την γκαρνταρόμπα της συγχωρεμένης της Βουγιουκάκη) ο Εφραίμ! Γονάτισα και έσκυψα να ασπαστώ τη ζώνη. Και τότε με χτύπησε. Η Γειτόνισσα σήκωσε την τσάντα της, ασορτί με το καπελάκι, σε σχήμα γιγάντιου κοχυλιού από την εποχή του κάμβριου και μου την έφερε στο κεφάλι. Ξανά και ξανά. Συγχρόνως φώναζε διάφορα πράγματα για τη μαμά μου, τη θεία μου (ποια απ’ όλες ακριβώς, δεν κατονόμασε) και την Παναγία μου. Έπεσα ζαλισμένος στο οδόστρωμα, αρχικά νομίζοντας πως η ζώνη είχε κάνει το θαύμα της. Μετά, πίστεψα πως είχε κατεβεί ο Χριστός στη Γη μας, αλλά μου φάνηκε πολύ τραβηγμένο, τέτοιο πήγαιν’ έλα, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. «Αργήσατε. Μόλις έφυγε η μαμά σας, δεν την προλάβατε!» Μέχρι να καταλάβω πως το κοχύλι ενδέχεται να είναι το τραγικό μου τέλος, έφαγα μερικές τσαντιές ακόμα… Τρέχοντας, πήγα να κρυφτώ στην αυλή της πολυκατοικίας, όπου μερικές γάτες με υποδέχτηκαν με χαρές, πως θα τις ταϊσω. Σταδιακά, οι γάτες μετουσιώθηκαν σε μία, κάτι σαν να ήμουν αλλήθωρος και ξαφνικά να έγιανα. Μέχρι και τα ζώα μου παίζουν παιχνίδια εις βάρος μου. Οι γάτες στον ενικό, με κοίταξε με τα παράταιρα μάτια της, άλλο πράσινο άλλο γαλάζιο και με έκανε να καταλάβω πως άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας. Λαγό είχα φάει εχθές για μεσημέρι και ίσως επηρέασε την πραγματικότητά μου. Παραισθησιογόνος λαγός. Βέεεεβαια. Πολύ σύνηθες. Η κουκουβάγια πάλι δε φάνηκε στο προσκήνιο, πράγμα που θεώρησα παρήγορο. Ως γνωστόν όταν μαζεύονται πολλά ζώα, σχηματίζεται Κυβέρνηση.  Παρόλα αυτά, εξέλαβα τη ματιά της γάτας ως οιωνό. Αλλού κοιτάς, αλλού βρίσκεται. Έτρεξα προς το ασανσέρ. «Σίγουρα κάτι σου έριξαν στη κόκα κόλα, δεν εξηγείται αλλιώς», ακούστηκε η φωνή του πατέρα μου, με ηχώ, από το 1984, όταν είχα γυρίσει 3 η ώρα το πρωί από τη disco ABC σε μαύρο χάλι και ξερνοβολούσα σα γατί,γιατί είχα καπνίσει τσιγάρο κάμελ. Δεν έχω και πολύ χρόνο στη διάθεσή μου, αν βιαστώ μπορεί να προλάβω τον Εφραίμ, στη ΓΑΔΑ. Πέρασα γρήγορα από την τουαλέτα, φίλησα την έκπληκτη, πλην όμως άτυχη σύζυγό μου και έφυγα, χωρίς να της εξηγήσω πως σήμερα δεν θα την πάω να πάρει το Μετρό και καλά θα κάνει να λάβει τα μέτρα της και να φύγει τώρα, με τις pyjamas, που λέει και η Ντόρα, άπλυτη και άλουστη και ξυπόλυτη στο κάτω-κάτω, εάν θέλει να είναι στην ώρα της στη δουλειά της. Εγώ, καβαλάω το μηχανάκι μου, αφού πρώτα σκούπισα με 6 βετέξ τη σέλα, την οποία είχαν κουτσουλίσει περί τα 30 περιστέρια, ή και 29 περιστέρια συν το Άγιο Πνεύμα εν είδη περιστεράς και πάω για ΓΑΔΑ.

Συνεχίζεται;

2 σχόλια:

Dinos είπε...

εφάμιλης ποιότητας,ευστοχίας,αφηγηματικής γλαφυρότητας και αναγνωστικής ζωντάνιας με το πρώτο μέρος...βρισκόμαστε σε αναμονή του part III...Μπράβο!!!!

Dimitri Constantinou είπε...

και η συνέχεια στις οθόνες σας...