Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

ΛΟΓΩΝ ΕΡΓΑ

Στην αρχή μου φάνηκε απίστευτο. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι εννοούσε. Η αυτοσχέδια πινακίδα, γραμμένη σε υπολογιστή (π’ανάθεμά τους, το word έχει αυτόματη διόρθωση ρεεεε!) βρέθηκε ξαφνικά μπροστά μου, κολλημένη με στραβοκομμένη καφέ πλαστική ταινία, πάνω στον τοίχο. Το αίσθημα τάξης που υπήρχε στο μυαλό μου όσον αφορά τη γλώσσα, αλλά και την αισθητική – λέμε τώρα – πήγε και με φόρα, κόλλησε τσαλακωμένο, δίπλα στην αυτοσχέδια ειδοποίηση. Μετά το πρώτο σοκ, εκνευρίστηκα: Δε μπορούν να κάνουν τίποτε σωστό πια; Ούτε να γράψουν δέκα λέξεις στη σειρά; Φαντάσου, σκέφτηκα, τι έργα θα κάνουν… Αν είναι σαν την ορθογραφία, τη γραμματική και το συντακτικό τους; αν είναι σαν την καφέ κολλητική ταινία που χρησιμοποίησαν; Κανένας πάντως δε βρέθηκε γύρω να με πληροφορήσει για το είδος των έργων.
Θα είναι σίγουρα «λόγων έργα», σκέφτηκα με κοροϊδευτική διάθεση, αλλά αμέσως μετά κάτι με χτύπησε σαν κεραυνός και κατάλαβα. Αυτό που τόσην ώρα κορόιδευα, στεκόταν τώρα απέναντί μου και με κορόιδευε με τη σειρά του. Η πινακίδα βρισκόταν εκεί για να μου δώσει ένα άλλο μήνυμα. Πώς δεν το είχα σκεφτεί νωρίτερα; Λάθος κατάλαβα. Άλλο εννοεί, βλάκα, είπα στον εαυτό μου, που κοίταζε την πινακίδα σα χαζό... Είναι δυνατόν; είπα από μέσα μου και γύρισα το βλέμμα διακριτικά δεξιά-αριστερά, μήπως είναι εκεί κρυμμένο κανένα κανάλι και φάω καμιά κάμερα με μικρόφωνο στη μάπα:
«Είσαστε στον αέρα! Πείτε μας, πώς νοιώσατε όταν είδατε την πινακίδα; Ποιο ήταν τα αίσθημα που κυριάρχησε; Κάντε γρήγορα, ο χρόνος τρέχει. Πάτε στη λαϊκή; Πληρώνετε το νοίκι, πώς λένε τη γυναίκα σας, παιδιά έχετε; Μας ενδιαφέρουν οι απόψεις σας. Πιο δυνατά. Πάρτε ένα ύφος πιο καλό! Μην κοιτάτε έτσι, σα μισοκακόμοιρο! Θέλουμε χαμόγελο. Μπράβο! Τώρα περίλυπος, να πείτε πως δε φτάνουν τα λεφτά να περάσετε το μήνα. Ποια εκπομπή της τηλεόρασης προτιμάτε, γελάστε - και για τους αλλοδαπούς να μας μιλήσετε, με οργή στο βλέμμα σάς θέλω. Ναι, ναι που καταστρέφουν τα χρηστά μας ήθη και τη γλώσσα μας; Ελάτε, όλα εγώ θα τα πω; δεν έχουμε πολύ χρόνο. Εκεί, παιδιά, ρωτήστε αυτήν την κυρία».
Όχι το φαντάστηκα. Δεν ήταν κανείς. Ξαναγύρισα στην πινακίδα. «Τα Έργα των Λόγων.» Τα έργα των λόγων! Ναι αυτό εννοεί… Τα έργα των λόγων, αυτά, που χρόνια – αιώνες να πω;- «γίνονται» στην Ελλάδα. Λόγοι και λόγια, για ανεκπλήρωτα έργα-πόθους του καθενός από εμάς. Έργα που θα γίνουν αύριο, μεθαύριο, κάποτε. Αλλαγές, που έφτασαν μέχρι την πόρτα μας, ταξιδεύοντας με το αεράκι που έβγαζε από το στόμα του κάθε πολιτικός, με κάθε μεγαλόπνοη φράση που ξεστόμιζε από μπαλκόνια και μικρόφωνα. Που φύσηξαν ευχάριστα στα μάγουλά μας και αυτά κοκκίνησαν από την έξαψη της ευμάρειας. Και πού δε μας πήγαν αυτά τα λόγια. Εκεί που τα μέσα μαζικής μεταφοράς εξυπηρετούν τους πολίτες, μπορεί όχι άψογα, πάντως τους εξυπηρετούν. Εκεί που οι άνθρωποι δουλεύουν αξιοπρεπώς και παίρνουν αξιοπρεπείς συντάξεις. Εκεί που υπάρχουν πεζοδρόμια χωρίς αυτοκίνητα μισο-παρκαρισμένα επάνω τους. Εκεί που υπάρχουν νοσοκομεία και σχολεία που λειτουργούν κανονικά, όχι σα σάπια κάρα που τρίζουν στην ανηφόρα. Εκεί που υπάρχουν κανονικοί άνθρωποι, όχι περήφανοι «πατριώτες» που κοιμήθηκαν πάνω σε μαραμένες, αμφίβολες δάφνες περασμένων χρόνων, πάνω στο τιμόνι του νέου τους αυτοκινήτου, πάνω στην πιο σημαντική στιγμή της ταινίας… Στο σημείο που το αεράκι γίνεται αέρας μανιασμένος και μας παίρνει και μας σηκώνει κι εμείς δε ξυπνάμε, γιατί δεν ξυπνάμε δεν ξέρω, αλλά δεν ξυπνάμε και κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον μέσα στο ίδιο όνειρο, τον ίδιο εφιάλτη που ζούμε κάθε μέρα και θέλουμε να δείρουμε, να πνίξουμε, να σκοτώσουμε … και το κάνουμε! Ο ένας στον άλλον. Στον ύπνο μας. Σαν να φταίει ο δίπλα για αυτό που είμαστε. Φταίει. Φταίμε. Φταίμε, αλλά δεν ξυπνάμε. Και μαζεύεται η μπομπίνα και η ταινία τελειώνει. Αλλά αυτό το έργο θα το ξαναδούμε. Μέχρι που κάποια μέρα κάποιος θα ξυπνήσει και θα σκουντήξει και τους άλλους, όπως τότε που πήγαμε σινεμά με τη Μαρία και με σκούντηξε ο διπλανός μου, ο ξένος κύριος, αριστερά μου, διακριτικά, γιατί ροχαλίζαμε και οι δύο μας και η Μαρία κι εγώ και δεν μπορούσαμε να σκουντήξουμε ο ένας τον άλλο! Το έργο ήταν χάλια και φύγαμε. Τζάμπα τα λεφτά, είπε η Μαρία και γελάσαμε τόσο, που πέρασαν πολλές ώρες μέχρι να ξανανυστάξουμε, εκείνο το βράδυ.
Ελάτε λοιπόν! Ποιος θα ξυπνήσει πρώτος; Φώναξε μέσα στο μυαλό μου ο υστερικός παραγωγός - ρεπόρτερ - σκηνοθέτης της φαντασίας μου…. Όμως, με ειδοποιούν από το control…, συνέχισε να τσιρίζει και έτρεξε με την κάμερα προς άγνωστη κατεύθυνση.
Γέλασα από μέσα μου. Τελικά όλα τα είχα φανταστεί. Μόνο κατά λάθος μπορεί να ξυπνήσουμε… Συνέχισα το δρόμο μου σιωπηλός, άνευ λόγων και άνευ έργων, όπως όλοι μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: